Choose your language

Choose Language: Gr En Ar
Make a Donation

Ο οδύσσεια ενός 27χρονου Σύρου πρόσφυγα που είχε γίνει δεκτός από τη Γερμανία για μεταπτυχιακά, ο πόλεμος έκανε ανέφικτο τα ταξίδι του, έπεσε στα νύχια των κυκλωμάτων διακίνησης ανθρώπων, έχασε όλα του τα χρήματα, κατόρθωσε να του χορηγηθεί άσυλο και σήμερα βοηθάει κυνηγημένους συμπατριώτες του μέσω της οργάνωσης «Γέφυρες».

Boat metanastes

Είχε τελειώσει τις σπουδές του στη Γυμναστική Ακαδημία της Συρίας και δούλευε ως προπονητής βόλεϊ. Ηθελε να συνεχίσει για μεταπτυχιακά στη Γερμανία, αλλά ο πόλεμος έκανε το ταξίδι στην Ευρώπη πολύ δύσκολο. Τα κυκλώματα της διακίνησης ήταν σχεδόν μονόδρομος. Αυτά τον έφεραν στην Αθήνα πριν από δύο χρόνια, αλλά δεν κατάφεραν να τον βγάλουν στην Ευρώπη, παρ' όλο που έχασε όλες τις οικονομίες του. Ο Καράμ, 27 χρονών σήμερα, διηγείται την εμπειρία του με τους διακινητές και την περιπέτειά του στην Ελλάδα, μέχρι τελικά να καταφέρει να πάρει άσυλο.

Τον χειμώνα του 2012 έκανα αίτηση για μεταπτυχιακά στη Γερμανία. Με δέχτηκαν, αλλά ύστερα από λίγο έκλεισαν η γερμανική πρεσβεία στη Συρία και το Ινστιτούτο Γκαίτε και δεν μπορούσα να ολοκληρώσω την εγγραφή στο πανεπιστήμιο ούτε να βγάλω φοιτητική βίζα. Πήγα στην Τουρκία μήπως τα καταφέρω από εκεί. Μου πρότειναν να πάω στο γραφείο του ΟΗΕ, να ζητήσω άσυλο και να κάνω νέα αίτηση στο πανεπιστήμιο. Θα έπαιρνε τουλάχιστον άλλον έναν χρόνο. Γύρισα στη Συρία. Ο πόλεμος αγρίευε.

Η γειτονιά μου στη Δαμασκό γινόταν όλο και πιο επικίνδυνη. Στο μεταξύ, επειδή δεν μπορούσα να συνεχίσω τις σπουδές μου, τελείωσε η αναβολή για τον στρατό. Θα έπρεπε να καταταγώ. Δεν θεωρώ τον εαυτό μου πολεμιστή, δεν μου αρέσει να βλέπω τους Σύρους να σκοτώνονται. Αποφάσισα να φύγω. Οι γονείς μου με ενθάρρυναν.

Επρεπε να βρω τρόπο να περάσω ξανά στην Τουρκία. Αυτή τη φορά ήταν δύσκολο, γιατί είχα κηρυχτεί ανυπότακτος. Αν μου έκανε έλεγχο ο στρατός, θα με συνελάμβανε. Αν μου έκαναν έλεγχο οι αντάρτες, θα ήταν επικίνδυνο, γιατί είμαι από διαφορετική θρησκεία και φυλή. Βρήκα έναν οδηγό, του έδωσα 3 χιλιάδες συριακές λίρες (τότε αντιστοιχούσαν σε περίπου 150 ευρώ), και με έβγαλε με ασφάλεια σε μια πύλη που ελέγχει η Μουσουλμανική Αδελφότητα. Οταν πέρασα την πύλη και σφράγισα το διαβατήριό μου στην τουρκική πλευρά, ένιωσα τεράστια ανακούφιση.

Είχα έναν θείο που ζούσε 14 χρόνια στην Ελλάδα, σύζυγο της θείας μου, δεν τον είχα γνωρίσει στη Συρία. Του ζήτησα να με βοηθήσει να έρθω στην Ευρώπη. Ψάχναμε κάποιον διακινητή που έχει κάπως πιο μεγάλες, πιο ασφαλείς βάρκες, κι ας κόστιζε περισσότερο. Υπήρχε η επιλογή να ταξιδέψω μέσα σε πολυτελές γιοτ, με κόστος 2.600 ευρώ, αλλά θα έπρεπε να περιμένω μήνες μέχρι να βρεθεί κάποιο διαθέσιμο. Βρήκαμε μια μεσαία λύση που κόστισε χίλια ευρώ, θα τα έδινε ο θείος μου μόλις περνούσα απέναντι. Σήμερα, το ίδιο ταξίδι κοστίζει γύρω στις τρεισήμισι – τέσσερις χιλιάδες. Ολα θα κανονίζονταν από το τηλέφωνο. Μια μέρα μού τηλεφώνησε ο διακινητής, μου είπε να πάω σ' ένα ξενοδοχείο και να περιμένω εκεί μέχρι να συγκεντρωθούν όσοι θα ταξιδεύαμε μαζί. Μαζευτήκαμε 37 άνθρωποι, Σύροι οι περισσότεροι και τέσσερις Τυνήσιοι. Πήραμε από το τηλέφωνο οδηγίες να μπούμε σ' ένα φορτηγό. Το οδηγούσε ένας Τούρκος που θα μας μετέφερε στα παράλια. Ηταν εκνευρισμένος και φοβισμένος -αν μας πιάνανε, θα είχε φοβερές συνέπειες. Ηταν Ιούλιος κι έκανε φοβερή ζέστη. Οδηγούσε εννιά – δέκα ώρες χωρίς στάση. Ημασταν ο ένας πάνω στον άλλο μες στο σκοτάδι, τα παράθυρα ήταν καλυμμένα με χαρτί. Ημουν όρθιος σ' όλη τη διαδρομή και προσπαθούσα να κρατηθώ από κάπου. Ηταν κόλαση.

Φτάσαμε και κατεβήκαμε σ' ένα χωράφι δίπλα στη θάλασσα. Μας είπαν πως είμαστε στη Σμύρνη αλλά δεν μπορώ να ξέρω. Εκεί περιμέναμε άλλες δύο-τρεις ώρες. Η αστυνομία περιπολούσε την περιοχή, έπρεπε να μείνουμε κρυμμένοι. Οσοι είχαν φαγητό το μοιράζονταν με τους άλλους. Επρεπε να έχουμε μαζί μας μόνο μια μικρή τσάντα με τα απολύτως απαραίτητα. Μια αλλαξιά ρούχα, κινητό, χρήματα και έγγραφα. Είχα κάπου 300 ευρώ, το πτυχίο μου και τα άλλα πιστοποιητικά εκπαίδευσης, τη συριακή μου ταυτότητα, το διαβατήριό μου.

 

Ηρθε ένα άλλο φορτηγό με δύο Τούρκους. Ηταν πολύ νευρικοί, φώναζαν συνέχεια. Ενας από μας άναψε τσιγάρο και του έβαλαν τις φωνές. Ηταν επικίνδυνο να δει την καύτρα η αστυνομία. Κάποια στιγμή, μας έφεραν ένα κουτί με τη βάρκα διπλωμένη, μια τρόμπα και δύο πεντόλιτρα πετρέλαιο. Φουσκώσαμε τη βάρκα, τη συναρμολογήσαμε, την κρύψαμε για καμιά ώρα ακόμα, όσο να βεβαιωθούμε ότι δεν υπήρχε αστυνομία. Ενας Τυνήσιος προσφέρθηκε να κάνει τον οδηγό. Σε αντάλλαγμα, του είπε ο διακινητής, δεν θα έδινε λεφτά. Εκαναν μια βόλτα τη βάρκα να τη δοκιμάσουν και ξεκινήσαμε.

Η απόσταση από τα τουρκικά παράλια μέχρι τη Μυτιλήνη δεν πρέπει να είναι περισσότερο από μισή ώρα για μια βάρκα σαν τη δική μας. Κάναμε οκτώ ώρες. Είχε θαλασσοταραχή, τα κύματα μας έσπρωχναν πίσω, η βάρκα είχε γεμίσει νερά. Βγάλαμε τα παπούτσια μας και προσπαθούσαμε να αδειάσουμε τα νερά μ' αυτά. Ημουν ζαλισμένος. «Θεέ μου», σκεφτόμουν, «αν θέλεις να πεθάνω, κάν' το τώρα. Αν θέλεις να φτάσω, ας φτάσω γρήγορα».

Οταν φτάσαμε, καταστρέψαμε τη βάρκα με μαχαίρι, όπως μας το είχε ζητήσει ο διακινητής, για να μην μπορεί να μας γυρίσει πίσω η αστυνομία αν μας έβρισκε. Ανεβήκαμε σ' ένα βουνό, κρυφτήκαμε για λίγο, βρήκαμε έναν δρόμο και αρχίσαμε να περπατάμε. Περπατούσαμε δεκαπέντε ώρες. Φτάσαμε σ' ένα χωριό, ήπιαμε και φάγαμε. Ηταν μαζί μας ένας πατέρας με την κόρη του, ήταν άρρωστοι. Βρήκαμε το αστυνομικό τμήμα, τους είπαν ότι είναι Σύροι και δεν έχουν χαρτιά, τους ζήτησαν να τους βάλουν φυλακή ή να ειδοποιήσουν τον Ερυθρό Σταυρό, οτιδήποτε θα σταματούσε το μαρτύριό τους και θα τους έδινε μια προστασία. «Δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα», τους είπαν. «Ρωτήστε στην εκκλησία απέναντι». Στην εκκλησία μάς έδειξαν πού περνά λεωφορείο για το λιμάνι, το πήραμε. Εγώ με άλλους τρεις που είχαμε διαβατήριο βγάλαμε εισιτήρια για το πλοίο και φτάσαμε στην Αθήνα. Οι άλλοι έμαθα ότι ήρθαν με άλλο δρομολόγιο.

 

Στην Αθήνα έμενα στον θείο μου, στην πλατεία Αττικής. Αρχισα να ψάχνω διακινητές για να φύγω για τη βόρεια Ευρώπη. Βρήκαμε κάποιον και ακολούθησα τη συμβουλή του θείου μου να βάλω τα λεφτά, 5.600 ευρώ, σ' ένα γραφείο που λειτουργεί σαν ενδιάμεσος. Μόλις κατάφερνα να φύγω, θα έστελνα στον άνθρωπο του γραφείου με γραπτό μήνυμα έναν κωδικό που θα είχαμε συμφωνήσει, σημάδι πως είχα φτάσει στον προορισμό μου, κι αυτός θα έδινε τα λεφτά στον διακινητή.

 

Ο διακινητής μού έδωσε μια πλαστή ταυτότητα κι ένα εισιτήριο για τη Γενεύη. Ομως η ταυτότητα ήταν πολύ κακοφτιαγμένη, με κατάλαβαν αμέσως. «Φύγε», μου είπε ο αστυνομικός στο αεροδρόμιο, «είναι ψεύτικη. Προσπάθησε ξανά». «Φυσικά θα προσπαθήσω, δεν έχω άλλη επιλογή», του είπα. «Θα σε πιάνω συνέχεια», μου είπε. Δοκίμασα άλλη μια φορά, τζίφος. Τώρα πια ξέρω πώς λειτουργούν τα πράγματα. Ξέρω ότι μια πλαστή ταυτότητα κοστίζει 40-50 ευρώ. Ο διακινητής μού έλεγε ότι κάνει 900. Ξέρω πως το εισιτήριο το αγόρασε 152 ευρώ. Ξέρω πως σε ορισμένες περιπτώσεις απλά μπαίνουν ηλεκτρονικά σε πιστωτικές κάρτες κάποιου και τραβούν από εκεί το ποσό.

 

Εμενα συνέχεια σπίτι. Οποιον διακινητή ρωτούσα, μου έλεγε να μένω μέσα, γιατί αν με έπιαναν θα είχα μεγάλο πρόβλημα. Δεν είχα χαρτιά, μόνο το διαβατήριό μου που βρισκόταν στη λήξη του. Πέρασαν έτσι έξι-επτά μήνες. Διάβαζα γερμανικά για να είμαι έτοιμος όταν φτάσω στη Γερμανία.

 

Μια μέρα, ήρθε ο θείος μου και είπε: «Χάσαμε τα λεφτά». Ο ιδιοκτήτης του γραφείου πήρε τα λεφτά και εξαφανίστηκε. Επρεπε να το περιμένω, είχα δείξει εμπιστοσύνη σε κάποιον που δεν γνώριζα, κι ας ήταν θείος μου. Οι γονείς μου συνέχισαν να στέλνουν κάποια χρήματα, 200 ευρώ τον μήνα, κι έτσι ζούσα. Προσφέρθηκαν να μου στείλουν κι άλλα για να μπορέσω να φύγω για τη Γερμανία. Τους είπα να τα κρατήσουν, έχω τέσσερα αδέλφια στη Συρία, πρέπει να φροντίσουν κι αυτά. Εγώ θα βρω τον δρόμο μου.

 

Γνώρισα έναν Ελληνα συριακής καταγωγής και μαζί με τη σύζυγό του φτιάξαμε μια οργάνωση που βοηθάει Σύρους που έρχονται στην Ελλάδα. Την ονομάσαμε «Γέφυρες». Και προσπάθησα να πάρω άσυλο. Ηταν κι αυτό μια μεγάλη περιπέτεια, πολύμηνη. Μέσα σε δυόμισι μήνες, πήγα στην Υπηρεσία Ασύλου στην Κατεχάκη 32 φορές. Εκεί έμαθα καλά τις δύο ελληνικές λέξεις που έχω ακούσει περισσότερο στην Ελλάδα: «φύγε» και «αύριο». Μια μέρα, ήμουν τυχερός και με διάλεξαν να μπω μέσα. Αλλά όταν έφτανε η σειρά μου στο γκισέ για να μου δώσουν νούμερο για ραντεβού, μου είπαν ότι τέλειωσαν τα νούμερα.

 

Είδα και αποείδα, πήγα στη Μυτιλήνη. Στο κέντρο κράτησης λειτουργεί ένα κλιμάκιο της Υπηρεσίας Ασύλου, εκεί τουλάχιστον δεν έχει ουρά. Εδωσα συνέντευξη και ήμουν έτοιμος να πάρω το δελτίο αίτησης ασύλου, αλλά δεν λειτουργούσε το ίντερνετ στο νησί λόγω βλάβης και δεν μπορούσαν να βγάλουν το δελτίο. Αναγκάστηκα να περιμένω άλλες δύο εβδομάδες, με τον κίνδυνο να με συλλάβει η αστυνομία. Τελικά, ήμουν φαίνεται τυχερός και τα κατάφερα. Εδώ και λίγο καιρό έχω πια αναγνωριστεί πρόσφυγας, αν και χωρίς τη δυνατότητα να ταξιδεύω, μια και καθυστερούν οι αρμόδιες υπηρεσίες να αποφασίσουν ποια ταξιδιωτικά έγγραφα θα δίνονται στους πρόσφυγες. Ετσι, καμιά φορά, νιώθω την Ελλάδα κάπως σαν φυλακή.

 

Δεν είχα προετοιμαστεί για όλη αυτή την περιπέτεια. Διάβαζα για τη Συνθήκη του Δουβλίνου, προσπαθούσα να μάθω πώς θα ζητήσω άσυλο, πώς θα ξανακάνω αίτηση στο πανεπιστήμιο. Δεν αναρωτιόμουν πώς θα φτάσω εκεί, τι θα αντιμετωπίσω. Αρκούσε ότι θα ήμουν στην Ευρώπη. Ολα είναι εύκολα, βρίσκεις τα δικαιώματά σου. Αυτό γνωρίζαμε. Το πρόβλημα είναι πως οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις μάς δίνουν το δικαίωμα να είμαστε πρόσφυγες στην Ευρώπη, αλλά δεν κάνουν τίποτα για να φτάσουμε εκεί. Είναι σαν να μας σπρώχνουν στους διακινητές. Αυτοί τους στηρίζουν. Ισως όμως εγώ να ήμουν από τους τυχερούς.

 

Εχω ακούσει ιστορίες για πρόσφυγες που τους επαναπροωθούν στα σύνορα, που τους πυροβολούν λιμενικοί, που πνίγονται στο Αιγαίο. Εχω όμως ένα ερώτημα: αν δεν μας δίνουν τα ευρωπαϊκά κράτη το δικαίωμα να ταξιδέψουμε νόμιμα, ώστε να έχουμε πρόσβαση στα δικαιώματα του πρόσφυγα που υποτίθεται ότι μας αναγνωρίζουν, τότε ποιο το νόημα; Γιατί δεν καταργούν το άσυλο; Γιατί να μας δίνουν ελπίδες;

 

(Άρθρο του Δημ Αγγελίδη της "Εφημερίδας των Συντακτών" στις 21/08/2014)

 



Humanitarian    Initiative    Bridges

S5 Box